ἔνδοξος

ἔνδοξος, ον (s. prec. entry; X., Pla.+; Ath., R. 58, 5 ‘plausible’).
pert. to being held in high esteem, honored, distinguished, eminent (Pla., Sophist. 223b; ins; LXX; Jos., Bell. 5, 287, Ant. 6, 180) cp. Mt 20:28 D=Agr 22. διακονία esteemed by God Hm 2:6. Opp. ἄτιμος 1 Cor 4:10. Opp. ἄδοξος (as Teles p. 52, 3; Philo, Ebr. 195) 1 Cl 3:3; MPol 8:1; cp. ἐ. παρὰ τῷ θεῷ more honorable in the sight of God Hs 5, 3, 3. ἀνὴρ ἔ. τῇ ὄψει of distinguished appearance Hv 5:1.
pert. to possessing an inherent quality that is not ordinary, glorious, splendid ἔ. ἄγγελος Hs 7:1; 9, 1, 3; cp. 9, 7, 1. Of clothing Lk 7:25 (cp. TestLevi 8:5 στολὴν ἁγίαν καὶ ἔ.; Herodian 1, 16, 3 τὴν ἔνδοξον πορφύραν περιτίθενται but here w. focus on the esteem in which purple is held; s. πορφύρα and lit. on the sheen of royal purple garments; cp. New Docs 3, 53f). Of the church, brilliant in purity Eph 5:27; τὰ ἔ. splendid deeds Lk 13:17 (cp. Ex 34:10; Job 5:9; 9:10; 34:24; Aeschin. 3, 231 ἔνδοξα κ. λαμπρὰ πράγματα; Mel., HE 4, 26, 8).—Much used in this sense as a favorable epithet: ἀρετή Hm 6, 2, 3; ἐντολή 12, 3, 4; πολυσπλαγχνία Hs 8, 6, 1; (w. μέγας; Dt 10:21) πράξεις 1 Cl 19:2; ἐπαγγελίαι 34:7; (w. μεγαλοπρεπής; cp. OGI 513, 11; En 32:3) βούλησις 9:1; θρησκεία 45:7; (w. μακάριος) πνεύματα B 1:2. βουλή Hv 1, 3, 4; δύναμις Hm 7:2; δωρεαί 1 Cl 23:2; πράγματα Hv 4, 1, 4; Hs 9, 2, 5; φόβος m 7:4. Of names, esp. divine (Tob 8:5 BA; Prayer of Manasseh [=Odes 12] 3; PGM 12, 257) ἔ. ὄνομα 1 Cl 43:2. μέγα καὶ ἔ. ὄνομα Hv 4, 1, 3; Hs 9, 18, 5. πανάγιον καὶ ἔ. ὄνομα 1 Cl 58:1; παντοκράτορι καὶ ἔ. ὀνόματι 60:4; cp. Hv 3, 3, 5.—DELG s.v. δοκέω. M-M. TW.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Look at other dictionaries:

  • ἔνδοξος — held in esteem masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένδοξος — η, ο (AM ἔνδοξος, ον) 1. αυτός που έχει αποκτήσει δόξα, φημισμένος («τὸν ἔνδοξον Λόχον μιμήσατε», «τῶν ἐνδοξοτάτων ποιητῶν») 2. εκείνος που περιβάλλεται από δόξα, λαμπρός, μεγαλοπρεπής («ἡ ἔνδοξος εἰς Ἅιδου κάθοδος τοῡ Κυρίου», «ὁ Περικλής...… …   Dictionary of Greek

  • ένδοξος — [эндоксос] επ. славный, прославленный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ένδοξος — η, ο επίρρ. α που έχει δόξα, δοξασμένος, φημισμένος, ξακουστός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐνδοξότερον — ἔνδοξος held in esteem adverbial comp ἔνδοξος held in esteem masc acc comp sg ἔνδοξος held in esteem neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδοξοτάτων — ἔνδοξος held in esteem fem gen superl pl ἔνδοξος held in esteem masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδοξοτέραις — ἔνδοξος held in esteem fem dat comp pl ἐνδοξοτέρᾱͅς , ἔνδοξος held in esteem fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδοξοτέρων — ἔνδοξος held in esteem fem gen comp pl ἔνδοξος held in esteem masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδοξότατα — ἔνδοξος held in esteem adverbial superl ἔνδοξος held in esteem neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδοξότατον — ἔνδοξος held in esteem masc acc superl sg ἔνδοξος held in esteem neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδόξως — ἔνδοξος held in esteem adverbial ἔνδοξος held in esteem masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.